Meaning of μικρόβιο | Babel Free
/miˈkɾo.vi.o/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μονοκύτταρος μικροοργανισμός με μέγεθος μικρότερο από 0,1mm, ορατός μόνο με μικροσκόπιο
-
μικρόσωμος άνθρωπος που δεν τον υπολογίζουν familiar, figuratively, offensive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.