μεθαδόνη
Ορισμοί
συνθετικό ναρκωτικό που έχει αναλγητική δράση και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Και φυσικά μας τριγυρίζουν διαρκώς εξαρτημένοι που νομίζουν ότι η ένταξη στο δικό μας πρόγραμμα υποστήριξης σημαίνει δωρεάν μεθαδόνη. (Χίλντα Παπαδημητρίου, Ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“※ Η Γερμανία είναι υπερεξαρτημένη από τις εξαγωγές, ενώ η Ελλάδα είναι υπερεξαρτημένη από το δανεισμό σαν «ηρωίνη» και χρειάζεται μεταβατικά τη «μεθαδόνη», το φθηνότερο δανεισμό μέσω ευρωομολόγου. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free