Meaning of ματσόλα | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- δικέφαλο σφυρί, παρόμοιο με τη βαριοπούλα και τον ματρακά, που έχει ξύλινη ή πλαστική κεφαλή αντί για σιδερένια και χρησιμοποιείται κυρίως σε επιφάνειες από ξύλο ή λαμαρίνα, λευκοσίδηρο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.