μασχάλες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασχάλη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Σήκωσε τα χέρια και άφησε ακάλυπτες τις μασχάλες του.”
He raised his arms and left his armpits exposed.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free