Meaning of μασχάλη | Babel Free
maˈsxaliΟρισμοί
- η κοιλότητα που σχηματίζεται στο σημείο που ενώνονται ο κορμός με το εσωτερικό μέρος του βραχίονα και καλύπτεται στους ενηλίκους από τριχοφυΐα.
- η γωνιώδης θέση στο βλαστό ενός φυτού μεταξύ του φύλλου και του επάνω μέρους του βλαστού.
Ισοδύναμα
BG
подмишница
EO
akselo
EU
besape
Suomi
kainalo
Italiano
ascella
Русский
подмы́шка
Türkçe
koltuk altı
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.