HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μασχάλη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
maˈsxali

Ορισμοί

  1. η κοιλότητα που σχηματίζεται στο σημείο που ενώνονται ο κορμός με το εσωτερικό μέρος του βραχίονα και καλύπτεται στους ενηλίκους από τριχοφυΐα.
  2. η γωνιώδης θέση στο βλαστό ενός φυτού μεταξύ του φύλλου και του επάνω μέρους του βλαστού.

Ισοδύναμα

English Armpit Underarm
EO akselo
EU besape
Suomi kainalo
Italiano ascella
Русский подмы́шка
Türkçe koltuk altı

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μασχάλη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course