HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαστίχα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/maˈsti.xa/

Ορισμοί

  1. φυτό, και η αρωματική φυσική ρητίνη που εξάγεται από το δέντρο που παραγει μαστιχα] (Pistacia lentiscus var. Chia)
  2. μαστίχα που μασιέται σαν τσίκλα

Ισοδύναμα

English chewing gum

Παραδείγματα

“Η μαστίχα βρίσκει πολλές χρήσεις. Η πιο ευρεία από αυτές είναι ως τσίχλα ή άρωμα για τη ζαχαροπλαστική, ενώ γνωστό είναι και το λικέρ μαστίχας.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαστίχα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course