Meaning of μαρίδα | Babel Free
/maˈɾi.ða/Ορισμοί
- είδος μικρού και φτηνού ψαριού (Spicara smaris)
-
πλήθος μικρών παιδιών (στο δρόμο, σε εξωτερικό χώρο) figuratively, singular-only
-
οι μικροί, ασήμαντοι απατεώνες, τα «μικρά ψάρια», σε αντιδιαστολή με τα «μεγάλα ψάρια», τους «καρχαρίες» ή «μεγαλοκαρχαρίες» broadly, figuratively, singular-only
Παραδείγματα
“※ Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.”
“Κάθε φορά που περνάει από τη γειτονιά, η μαρίδα τον παίρνει στο κατόπι και τον κοροϊδεύει.”
“Ασκήθηκαν πολλές ποινικές διώξεις για τις υπεξαιρέσεις που ανακαλύφθηκαν, αλλά ως συνήθως την πλήρωσε η μαρίδα· τους «μεγάλους» δεν τόλμησαν να τους ακουμπήσουν.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.