μαντολίνο
Ορισμοί
έγχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου, με τέσσερις διπλές χορδές, αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό μπράτσο διαιρεμένο σε τάστα
Ισοδύναμα
28 more languages
Българскиренде
Catalàmandolina
Češtinamandolína
Esperantomandolino
Eestimandoliin
Suomimandoliini
Galegomandolina
עבריתמנדולינה
Italianomandolino
日本語マンドリン
한국어만돌린
Македонскимандолина
Nederlandsmandoline
Românămandolină
Русскиймандолина
Slovenščinamandolina
ไทยแมนโดลิน
Tagalogmandolina
Türkçemandolin
Українськамандоліна
中文曼陀林
繁體中文曼陀林
Παραδείγματα
“το μαντολίνο είναι ιδιαίτερα αγαπητό στην επτανησιακή μουσική ως όργανο μελωδίας”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free