μανταλάκι
Ορισμοί
- το μικρό μάνταλο
- με αυτή τη λέξη κατά κανόνα εννοούνται τα μανταλάκια με τα οποία κρεμάμε τα ρούχα ή κάτι ελαφρύ, συνήθως για να στεγνώσει
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةمِشْبَك مَلَابِس
Azərbaycan dilisıxac
Беларускаяпрышчэпка
Suomipyykkipoika
Gaeilgepionna éadaigh
Gàidhligcnag-aodaich
Հայերենլվացքի ամրակ
日本語洗濯挟み
한국어빨래집게
Македонскиштипка
Русскийприщепка
ไทยไม้หนีบผ้า
Tagalogsipit
Türkçemandal
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free