Meaning of μαλακά | Babel Free
/maˈlaka/Ορισμοί
- κρατίδιο της Μαλαισίας
- γυναικείο επώνυμο
- είδος μαλακού τυριού
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαλάκας accusative, genitive, singular, vocative
- περιοχή του υπογάστριου
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- τα πισινά
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.