μακροδομή
Ορισμοί
- η γενική δομή ενός οργανωμένου συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη δομή επιμέρους υποσυστημάτων της
- αντικείμενα ή δομές μεγαλύτερες από 1 χιλιοστό και μπορούν να παρατηρηθούν με γυμνό οφθαλμό, χωρίς τη βοήθεια μικροσκοπίου
- το λημματολόγιο των λεξικών, η επιλογή του είδους των λημμάτων που περιλαμβάνει ένα λεξικό
Ισοδύναμα
5 more languages
Suomimakrorakenne
Italianomacrostruttura
Қазақ тілімакроқұрылым
Русскиймакроструктура
Українськамакрострукту́ра
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free