Meaning of μακροεπίπεδο | Babel Free
/ma.kɾo.eˈpi.pe.ðo/Ορισμοί
επίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε ευρύτερο πλαίσιο από κάτι άλλο
neologism
Παραδείγματα
“※ Το Γραφείο τονίζει, επίσης, ότι παρά τις βελτιώσεις που σημειώνονται σε μακροεπίπεδο, τα σημάδια της κρίσης είναι εμφανή σε επίπεδο επιχειρήσεων και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να βαδίσει η χώρα στο μονοπάτι της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης. (Ειρήνη Χρυσολωρά, Γρ. Προϋπολογισμού: «Με χρεοκοπία κινδυνεύει η Ελλάδα εάν δεν υπάρξει σοβαρή ελάφρυνση χρέους», Η Καθημερινή, 7 Νοεμβρίου 2017)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.