Meaning of μακροζωία | Babel Free
/ma.kɾo.zoˈi.a/Ορισμοί
η μεγάλη διάρκεια ζωής, το να φτάνει κανείς σε πολύ μεγάλη ηλικία, να ζει πολλά χρόνια
Ισοδύναμα
English
Longevity
Παραδείγματα
“Είναι πασίγνωστη η μακροζωία των ορεσίβιων κατοίκων του Καυκάσου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.