HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μακάκας | Babel Free

Noun CEFR B1
/maˈka.kas/

Ορισμοί

  1. , (υβριστικό) υπαινικτική ανακατεμένη μορφή της λέξης μαλάκας, στον ανεπίσημο λόγο
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άλλη μορφή του μακάκος του γένους των μαϊμούδων Macaca
    informal

Παραδείγματα

“※ Εγώ, μακάκας με περικεφαλαία. Υψηλότερη και ογκωδέστερη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τουτέστιν μακάκας επικών διαστάσεων. Επειδή κανένα τραπεζικό ή άλλο δάνειο. Ούτε καταναλωτικό. Ούτε διακοπών. Ούτε επιχειρηματικό. Ούτε στεγαστικό. Τίποτα. Μισή δεκάρα. (Εγώ ο μέγας μακάκας, protothema.gr, 26/03/2019)”
“※ TABLOID/Φλωρινιώτης: «Ο Λεπά, να το πω, πολύ ευγενικά, είναι πολύ μακάκας» (Η μάχη των τιτάνων της πίστας, LIFOTEAM, 20.12.2012, www.lifo.gr)”
“※ Η μαϊμού έβγαλε selfie και ξέσπασε διαμάχη 17.000 δολαρίων. Ένας μακάκας έβαλε σε μπελάδες βρετανό φωτογράφο (newsbeast.gr, 08/08/2014)”
“※ Μακάκας προσπαθεί να κάνει σεξ με δύο θηλυκά ελάφια (βίντεο), (http://newpost.gr/ygeia/582704/makakas-prospathei-na-kanei-seks-me-dyo-thhlyka-elafia-binteo 11 Ιανουαρίου 2017)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μακάκας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course