HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μαγνήτης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. σώμα το οποίο έχει μαγνητικές ιδιότητες. Διακρίνεται σε μόνιμο και προσωρινό.
  2. άνθρωπος που ανήκει στη φυλή των Μαγνήτων, ενός αρχαίου φύλου της Ιωνίας

Ισοδύναμα

EnglishMagnet
Españolimán
Françaisaimant
11 more languages
Bosanskimagnet
Češtinamagnet
DeutschMagnet
Esperantomagneto
Hrvatskimagnet
Magyarmágnes
Italianocalamita
Polskimagnes
Portuguêsímã
Српскиmagnetмагнет
Svenskamagnet

Παραδείγματα

“※ Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαγνήτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free