HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαγνήτης | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. σώμα το οποίο έχει μαγνητικές ιδιότητες. Διακρίνεται σε μόνιμο και προσωρινό.
  2. άνθρωπος που ανήκει στη φυλή των Μαγνήτων, ενός αρχαίου φύλου της Ιωνίας

Ισοδύναμα

English Magnet

Παραδείγματα

“※ Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαγνήτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course