Meaning of μαγνήτης | Babel Free
Ορισμοί
- σώμα το οποίο έχει μαγνητικές ιδιότητες. Διακρίνεται σε μόνιμο και προσωρινό.
- άνθρωπος που ανήκει στη φυλή των Μαγνήτων, ενός αρχαίου φύλου της Ιωνίας
Ισοδύναμα
English
Magnet
Παραδείγματα
“※ Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.