Σημασία του μαία | Babel Free
ˈme.aΟρισμοί
- γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα πριν, μετά και κατά τη διάρκεια του τοκετού· παλαιότερα η γνώση της ήταν εμπειρική (βλ. και λέξη μαμή), ενώ σήμερα αποτελούν μέρος του παραϊατρικού προσωπικού και δρουν βοηθητικά στο έργο του γυναικολόγου-μαιευτήρα.
- πόλη της Πορτογαλίας
- η μητέρα του θεού Ερμή
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
العربية
مَايَا
Беларуская
мая
Български
мая
Čeština
porodní bába
Ελληνικά
μαμή
Español
partero
Suomi
kätilöidä
हिन्दी
अभ्रयंती तारा
日本語
マイア
Latina
Maia
Türkçe
ebe
Українська
майя
Tiếng Việt
nữ hộ sinh
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free