Σημασία του μέτρια | Babel Free
ˈme.tri.aΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέτριος
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“※ Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του. (εφ. Το Βήμα, 22.12.2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free