HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λόφος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈlo.fos

Ορισμοί

  1. ύψωμα χαμηλότερο από βουνό, με ύψος μικρότερο των 300 μέτρων
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Ισοδύναμα

EnglishBarrowhill
Françaiscolline
6 more languages
Magyarhegy
Italianocollina
Latinacollis
Portuguêsmorro
Slovenčinakopec

Παραδείγματα

“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λόφος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free