HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λουλάς | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του Λούλα
    genitive, singular
  2. η εστία του ναργιλέ, όπου τοποθετείται χαρμάνι καπνού και κάρβουνα
  3. ο θολωτός αποστακτήρας για παραγωγή οινοπνευματωδών (όπως τσίπουρο, ρακή, τσικουδιά) ποτών που προσαρμόζεται στο καζάνι κατά το καζάνεμα

Παραδείγματα

“Όταν καπνίζει ο λουλάς, / εσύ δεν πρέπει να μιλάς. / Κοίταξε, τριγύρω οι μάγκες / κάνουν όλοι τουμπεκί. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μητσάκη)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λουλάς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course