Meaning of λουλάς | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του Λούλα genitive, singular
- η εστία του ναργιλέ, όπου τοποθετείται χαρμάνι καπνού και κάρβουνα
- ο θολωτός αποστακτήρας για παραγωγή οινοπνευματωδών (όπως τσίπουρο, ρακή, τσικουδιά) ποτών που προσαρμόζεται στο καζάνι κατά το καζάνεμα
Παραδείγματα
“Όταν καπνίζει ο λουλάς, / εσύ δεν πρέπει να μιλάς. / Κοίταξε, τριγύρω οι μάγκες / κάνουν όλοι τουμπεκί. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μητσάκη)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.