Meaning of λουκούμι | Babel Free
/luˈkumi/Ορισμοί
- παραδοσιακό γλύκισμα της τούρκικης κουζίνας που σερβίρεται σε μικρά κομμάτια κυβικού σχήματος
-
κάτι πολύ νόστιμο figuratively
-
κάτι πολύ βολικό figuratively
Ισοδύναμα
English
Turkish delight
Παραδείγματα
“Ονομαστά είναι τα συριανά λουκούμια.”
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.”
“Το αρνάκι με τις πατάτες έγινε στο φούρνο λουκούμι.”
“Η προσφορά του να με βοηθήσει μου ήρθε λουκούμι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.