HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιπαρός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/li.paˈɾos/

Ορισμοί

  1. που περιέχει λίπος
  2. αυτός που προκαλεί την αίσθηση (οπτικά ή στην αφή ή στη γεύση) ότι περιέχει λίπος ή κάτι σαν λίπος
  3. για τη σημασία «πλούσιος», καθαρεύουσα αρχαία ελληνική λιπαρός

Παραδείγματα

“λιπαρό δέρμα”

greasy/oily skin

“※ ἀγνοοῦντες πρὸς ποίας ἔπλεον ὄχθας εἰς ἀναζήτησιν μαρτυρικοῦ στεφάνου ἢ λιπαροῦ μοναστηρίου”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιπαρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course