Meaning of λιπαρός | Babel Free
/li.paˈɾos/Ορισμοί
- που περιέχει λίπος
- αυτός που προκαλεί την αίσθηση (οπτικά ή στην αφή ή στη γεύση) ότι περιέχει λίπος ή κάτι σαν λίπος
- για τη σημασία «πλούσιος», καθαρεύουσα αρχαία ελληνική λιπαρός
Παραδείγματα
“λιπαρό δέρμα”
greasy/oily skin
“※ ἀγνοοῦντες πρὸς ποίας ἔπλεον ὄχθας εἰς ἀναζήτησιν μαρτυρικοῦ στεφάνου ἢ λιπαροῦ μοναστηρίου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.