Meaning of λιγνίτης | Babel Free
/liˈɣni.tis/Ορισμοί
γαιάνθρακας κατώτερης ποιότητας με χρώμα μεταξύ καστανού και μαύρου που χρησιμοποιείται για τη βιομηχανική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και λιπασμάτων, στη μεταλλουργία νικελίου και στην κεραμοποιία
Ισοδύναμα
English
Lignite
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.