λιανική
Ορισμοί
η πώληση προϊόντων απευθείας στους καταναλωτές κι όχι σε εμπόρους
Ισοδύναμα
Englishretail
14 more languages
Παραδείγματα
“Το κατάστημα ασχολείται με τη λιανική πώληση.”
The store deals in retail sales.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free