Meaning of λαμπερά | Babel Free
Ορισμοί
- με έντονη λάμψη, με δυνατό και λαμπερό φως
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαμπερός accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.