HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαδάς | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. ο έμπορος λαδιού
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ο εργατοτεχνίτης υπεύθυνος για το λάδωμα μηχανών

Παραδείγματα

“※ Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαδάς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course