Meaning of λαδάς | Babel Free
Ορισμοί
- ο έμπορος λαδιού
- ανδρικό επώνυμο
- ο εργατοτεχνίτης υπεύθυνος για το λάδωμα μηχανών
Παραδείγματα
“※ Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.