HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λίπασμα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈli.pa.zma

Ορισμοί

οποιαδήποτε ουσία, φυσική ή τεχνητά παρασκευασμένη που βελτιώνει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα των φυτών

Ισοδύναμα

8 more languages
日本語こやし
Nederlandsmest
Türkçegübrezibil
Tiếng Việtphắn

Παραδείγματα

“φυσικό λίπασμα”

natural fertilizer

“χημικό λίπασμα”

chemical fertilizer

“βιομηχανία λιπασμάτων”

fertilizer industry

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λίπασμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free