Meaning of λέμβος | Babel Free
/ˈleɱ.vos/Ορισμοί
-
μικρό σκάφος με συγκεκριμένη χρήση formal
- λέμβος όπως στην κοινή νεοελληνική
- το καλάθι του αερόστατου
Παραδείγματα
“δίκωπη λέμβος, τετράκωπη λέμβος”
“σωσίβια λέμβος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.