HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λάκκα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. γυναικείο όνομα
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Λάκκας
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. έκταση γης που βρίσκεται σε κοιλότητα σε σχέση με τις γειτονικές περιοχές
    vulgar
  5. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λάκκας)
  6. μη απλοποιημένη γραφή του λάκα

Παραδείγματα

“«Θα σου σβήσω το φως και θα μείνεις στη λάκκα», έλεγε η γιαγιά μου για να με τρομάξει.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λάκκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course