Meaning of λάκκα | Babel Free
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο όνομα
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Λάκκας accusative, genitive, singular, vocative
-
έκταση γης που βρίσκεται σε κοιλότητα σε σχέση με τις γειτονικές περιοχές vulgar
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λάκκας)
- μη απλοποιημένη γραφή του λάκα
Παραδείγματα
“«Θα σου σβήσω το φως και θα μείνεις στη λάκκα», έλεγε η γιαγιά μου για να με τρομάξει.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.