Meaning of λακκάκι | Babel Free
/laˈka.ci/Ορισμοί
- υποκοριστικό του λάκκος
-
βαθούλωμα στο δέρμα figuratively
-
βαθούλωμα στο μάγουλο, που γίνεται εμφανές κυρίως με το χαμόγελο especially
Ισοδύναμα
English
Dimple
Παραδείγματα
“※ Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω / μες στο λακκάκι που ’χεις στο λαιμό. (Από το τραγούδι «Σ’ ακολουθώ», σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.