HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λακκάκι | Babel Free

Noun CEFR B1
/laˈka.ci/

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό του λάκκος
  2. βαθούλωμα στο δέρμα
    figuratively
  3. βαθούλωμα στο μάγουλο, που γίνεται εμφανές κυρίως με το χαμόγελο
    especially

Ισοδύναμα

English Dimple

Παραδείγματα

“※ Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω / μες στο λακκάκι που ’χεις στο λαιμό. (Από το τραγούδι «Σ’ ακολουθώ», σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λακκάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course