Σημασία του κώφωση | Babel Free
Ορισμοί
- το να μην ακούει κάποιος, η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός
- η μετατροπή ενός ανοιχτού φωνήεντος σε κλειστό
Ισοδύναμα
العربية
صمم
Català
sordesa
Čeština
hluchota
Dansk
døvhed
Ελληνικά
κωφότητα
English
Deafness
Español
sordera
فارسی
ناشنوایی
Suomi
kuurous
Français
surdité
Gaeilge
bodhaire
Gàidhlig
buidhre
עברית
חירשות
हिन्दी
बहरापन
Հայերեն
խլություն
Italiano
sordità
日本語
難聴
Қазақша
кереңдік
Latina
surditas
Latviešu
kurlums
Македонски
глувост
Nederlands
doofheid
Polski
głuchota
Português
surdez
Русский
глухота
Svenska
dövhet
Kiswahili
ulemavu wa kusikia
தமிழ்
செவிடு
తెలుగు
చెవుడు
Türkçe
sağırlık
Παραδείγματα
“στις βόρειες διαλέκτους παρουσιάζεται το φαινόμενο της κώφωσης· έτσι το ε προφέρεται ι και το ο προφέρεται ου”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free