HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κώφωση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. το να μην ακούει κάποιος, η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός
  2. η μετατροπή ενός ανοιχτού φωνήεντος σε κλειστό

Ισοδύναμα

EnglishDeafness
Españolsordera
Françaissurdité
33 more languages
العربيةصمم
Catalàsordesa
Češtinahluchota
Danskdøvhed
Ελληνικάκωφότητα
Suomikuurous
Gaeilgebodhaire
Gàidhligbuidhre
עבריתחירשות
Հայերենխլություն
Italianosordità
Қазақ тілікереңдік
Latinasurditas
Latviešukurlums
Македонскиглувост
Nederlandsdoofheid
Polskigłuchota
Portuguêssurdez
Русскийглухота
Svenskadövhet
தமிழ்செவிடு
తెలుగుచెవుడు
Türkçesağırlık

Παραδείγματα

στις βόρειες διαλέκτους παρουσιάζεται το φαινόμενο της κώφωσης· έτσι το ε προφέρεται ι και το ο προφέρεται ου”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κώφωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free