HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κώφωση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. το να μην ακούει κάποιος, η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός
  2. η μετατροπή ενός ανοιχτού φωνήεντος σε κλειστό

Ισοδύναμα

العربية صمم
Català sordesa
Čeština hluchota
Dansk døvhed
Ελληνικά κωφότητα
English Deafness
Español sordera
فارسی ناشنوایی
Suomi kuurous
Français surdité
Gaeilge bodhaire
Gàidhlig buidhre
עברית חירשות
हिन्दी बहरापन
Հայերեն խլություն
Italiano sordità
日本語 難聴
Қазақша кереңдік
Latina surditas
Latviešu kurlums
Македонски глувост
Nederlands doofheid
Polski głuchota
Português surdez
Русский глухота
Svenska dövhet
Kiswahili ulemavu wa kusikia
தமிழ் செவிடு
తెలుగు చెవుడు
Türkçe sağırlık
Українська глу́хість глухота

Παραδείγματα

“στις βόρειες διαλέκτους παρουσιάζεται το φαινόμενο της κώφωσης· έτσι το ε προφέρεται ι και το ο προφέρεται ου”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κώφωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free