Meaning of κύρης | Babel Free
/ˈci.ɾis/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
-
ο αρχηγός της οικογένειας, ο πατέρας ή ο σύζυγος· ο αφέντης vulgar
Ισοδύναμα
English
head of household
Παραδείγματα
“※ Παράγγειλα του κύρη σου που ρίχνει παραγάδι | να 'ρθεί να κουβεντιάσουμε την Κυριακή το βράδυ. | Παράγγειλα της μάνας σου που μοιάζει με βαρέλι | να σε ποτίζει αφρόγαλο να σε ταΐζει μέλι”
“※ Ήταν τότε που ήταν κύρης τρανός, τότε που όλα τα Μαντεμοχώρια βγάζαν παρά με ουρά. (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκη, 2008)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.