HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νοικοκύρης

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ni.koˈci.ɾis

Ορισμοί

  1. αυτός που έχει τη διαχείριση της οικονομικής μονάδας του οίκου
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αυτός που φροντίζει για τις εργασίες και την καθημερινή επιμέλεια του οίκου νοικοκυρά
  4. αυτός που αφοσιώνεται στην δουλειά για να φροντίσει την οικογένεια και το σπίτι του
  5. άτομο ευκατάστατο που ανήκει στη μεσαία τάξη, που ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα της ζωής του χωρίς αλλαγές
  6. ιδιοκτήτης σπιτιού που το νοικιάζει
  7. ο προύχοντας (ιδίως στον πληθυντικό νοικοκυραίοι)
    dated

Ισοδύναμα

39 more languages
العربيةرب بيت
Българскистопанин
བོད་སྐད།ཁྱིམ་པ
Danskhusfar
Esperantodomestro
Gàidhligfear-taighe
Galegopatrón
Kurdîpatron
Lietuviųšeimininkas
Svenskahemmaman
Tiếng Việtcư sĩ
繁體中文家庭主夫

Παραδείγματα

“※ Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε, πέτρα να μην ραγίσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει (Κάλαντα Χριστουγέννων)”
“οικοδεσπότης, κύρης (ιδιωματικό)”
“είναι πολύ νοικοκύρης· τακτοποιεί τα ρούχα του, τα συρτάρια του
“ο γαμπρός μου είναι νοικοκύρης άνθρωπος· τίμιος κι εργατικός”
“※ Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης (Κλέφτικο δημοτικό τραγούδι)”
“άνοιξε ένα μπαρ στο δρόμο μας, και ανησύχησαν οι νοικοκυραίοι: «θα μαζευτεί εδώ κάθε καρυδιάς καρύδι», είπαν”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νοικοκύρης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free