Κύκνος
Ορισμοί
- μεγάλο νηκτικό πτηνό (όπως το είδος Cygnus olor), συνήθως λευκό, με μεγάλο και ευέλικτο λαιμό που διακρίνεται για την ομορφιά του
- γιος του θεού Άρη και της Πελοπείας ή της Πυρήνης
- για τον αστερισμό
- γιος του θεού Ποσειδώνα και της Καλύκης
- γιος του Σθενέλου και βασιλιάς των Λιγούρων, ο οποίος ήταν φίλος ή εραστής του Φαέθωνα.
- ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
Ισοδύναμα
45 more languages
العربيةالدجاجة
Беларускаялебедзь
Българскилебед
Catalàcigne
Cymraegalarch
Dansksvane
DeutschSchwan
Esperantocigno
Euskarabeltxarga
Suomijoutsen
Gaeilgeeala
Gàidhligeala
Galegocisne
עבריתברבור
Magyarhattyú
Հայերենկարապ
Bahasa Indonesiaangsa
Italianocigno
Kurdîşwan
Latinacygnus
Lietuviųgulbė
Latviešuceļot
Македонскилебед
Maltiċinju
Nederlandszwaan
Românălebădă
Slovenčinalabuť
Slovenščinalabod
Shqipmjellma
Svenskasvanen
Tagalogsisne
Türkçekuğu
繁體中文天鵝
Παραδείγματα
“συντομογραφία:σσ Cyg”
“«Η Λίμνη των κύκνων» είναι μουσικό έργο για μπαλέτο του Tσαϊκόφσκι.”
“λαιμός κύκνου (πολύ λεπτός, ψηλός και όμορφος λαιμός)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free