κότερο
Ορισμοί
- ελαφρύ ιστιοφόρο
- οποιοδήποτε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής
Ισοδύναμα
31 more languages
Catalàveler
Danskkutter
Esperantovelboato
فارسیقایق بادبانی
עבריתמפרשית
हिन्दीपाल नाव
Magyarvitorlás
Հայերենառագաստանավ
日本語帆船
한국어범선
Latviešujahta
Slovenčinaplachetnica
Kiswahilidhau
ไทยเรือใบ
Українськавітрильник
中文帆船
繁體中文帆船
Παραδείγματα
“Νοικιάσαμε ένα κότερο για να πλεύσουμε στα νησιά.”
We rented a small sailboat to sail to the islands.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free