Σημασία του κωλώνω | Babel Free
Ορισμοί
- σταματώ να προσπαθώ, κολλάω, παρατάω
-
παρκάρω ακριβώς ή σχεδόν ακριβώς στην άκρη κάποιου άλλου μέσου ή αντικειμένου especially
Ισοδύναμα
Français
se dégonfler
Παραδείγματα
“αλλά όταν τους ζήτησαν να φέρουν τα χαρτιά αυτοί κώλωσαν”
“δεν κωλώνει μπροστά σε καμιά δυσκολία”
“κώλωσε το αμάξι σου στο μπροστινό για να χωρέσω κι εγώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free