κωλοβαράω
Ορισμοί
- τεμπελιάζω, είμαι αδρανής
- αναβάλλω, καθυστερώ, κωλυσιεργώ
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinakurvit
Ελληνικάμαλακίζομαι
Magyarszarakodik
Italianocazzeggiare
Polskiopierdalać
Svenskaknulla runt
Παραδείγματα
“Έχει τόσες δουλειές να τελειώσει και αυτός κωλοβαράει όλη μέρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free