HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κώλο | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR A2 Frequent
ˈko.lo

Ορισμοί

  1. τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες)
  2. αιτιατική ενικού του κώλος
    accusative, singular
  3. τμήμα του στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες
  4. τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου· κυρίως τα άκρα
  5. μονόπλοκο σκοινί που μαζί άλλα συστρέφονται φτιάχνοντας ένα παχύτερο, πιο γερό

Παραδείγματα

“τα άνω κώλα”
“έκφραση: τινάζω τα κώλα, αφήνω τα κώλα (πεθαίνω)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κώλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free