Meaning of κωλάδικο | Babel Free
Ορισμοί
-
το νυχτερινό κέντρο όπου παίζουν μπουζούκια για τον καλό κόσμο slang, vulgar
-
μπαρ ή άλλο νυχτερινό κέντρο με γυναίκες ή άντρες που προσφέρουν τη συντροφιά τους με πληρωμή slang
-
το αχούρι offensive
Παραδείγματα
“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”
“άνοιξε κάνα παράθυρο να ξεβρομίσει, στρώσε το κρεβάτι σου και καθάρισε! Κωλάδικο το έκανες εδώ μέσα!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.