HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Κυπριάδου | Babel Free

Noun CEFR B2
/ci.pɾiˈa.ðu/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κυπριάδης
  2. γενική ενικού του Κυπριάδης
    formal, genitive, singular
  3. συνοικία της Αθήνας, στα Πατήσια, γνωστή και ως Κηπούπολη Κυπριάδου ή Κυπριάδη

Παραδείγματα

“(κυριολεκτικά) η συνοικία που σχεδίασε και έφτιαξε ο Κυπριάδης (από το όνομα του Αιγυπτιώτη επιχειρηματία Επαμεινώνδα Κυπριάδη [1888-1958])”
“→ δείτε και: Άνω Πατήσια, Αλυσίδα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Κυπριάδου used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course