Meaning of κυπριακό | Babel Free
Ορισμοί
- το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
-
οποιοδήποτε δύσκολο ή/και χρονίζον πρόβλημα ή ζήτημα broadly
Παραδείγματα
“※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.