HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κυπριακό | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
  2. οποιοδήποτε δύσκολο ή/και χρονίζον πρόβλημα ή ζήτημα
    broadly

Παραδείγματα

“※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κυπριακό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course