κρυοπάγημα
Ορισμοί
η αλλοίωση, καταστροφή ή η νέκρωση τμήματος ζώντος οργανισμού η οποία προέρχεται από απώλεια θερμότητας προς το περιβάλλον
Ισοδύναμα
22 more languages
བོད་སྐད།གངས་ཕྱིད
Cymraegewinrhew
हिन्दीशीतदंश
Italianocongelamento
한국어동상
Te Reo Māorimate hukapuri
Монголхөлдөөх
नेपालीअररो
Românădegerare
Türkçesoğuk ısırması
Tiếng Việtcuốc
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free