HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κρεόζωτο

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

ουσία μαύρου χρώματος και δυσάρεστης οσμής με οργανικές ενώσεις, που παράγεται από πίσσες ή πυρόλυση και χρησιμοποιείται ως συντηρητικό ή αντισηπτικό

Ισοδύναμα

6 more languages
DeutschKreosot
Esperantokreozoto
ქართულიკრეოზოტი
Русскийкреозо́т

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κρεόζωτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free