Meaning of κρεόζωτο | Babel Free
Ορισμοί
ουσία μαύρου χρώματος και δυσάρεστης οσμής με οργανικές ενώσεις, που παράγεται από πίσσες ή πυρόλυση και χρησιμοποιείται ως συντηρητικό ή αντισηπτικό
Ισοδύναμα
English
Creosote
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.