κρεοπωλείο
Ορισμοί
κατάστημα όπου πωλείται κρέας
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةملحمة
Catalàcarnisseria
Ελληνικάχασάπικο
Esperantobuĉejo
Suomilihakauppa
Gaeilgesiopa búistéara
עבריתאטליז
日本語肉屋
한국어정육점
LëtzebuergeschMetzlerei
Македонскимесарница
Românămăcelărie
Русскиймясная лавка
Ikinyarwandaibagiro
Παραδείγματα
“※ Ἡ μεταγενεστέρα ὁδός Λιθοστρώτου, τήν ὁποίαν οἱ παλαιότεροι ἀπεκάλουν «Μπουλεβάρι», εἶχεν ὄψιν φρικτήν, καθ'όσον ἐκεῖ εὑρίσκοντο τά κρεοπωλεία, σφαγεῖα καὶ ζωοστάσια. Ὁ νέος διοικητής μετέφερε τὰ ζωοστάσια καὶ σφαγεῖα ἐκτὸς τῆς πόλεως, μὲ ἐπιβολὴν μικροῦ φόρου δι' ἕκαστον σφαζόμενον ζῶον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. (Παρνασσός, 1973, σελ. 185)”
“※ Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free