Meaning of κρίσιμος | Babel Free
/ˈkɾi.si.mos/Ορισμοί
- που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης
-
που εμπεριέχει κίνδυνο figuratively
- οριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή των ιδιοτήτων ενός σώματος
Παραδείγματα
“Η σημερινή ψηφοφορία είναι κρίσιμη για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.”
“Η θεραπεία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.