Meaning of κράση | Babel Free
/ˈkɾa.si/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
- γυναικείο επώνυμο
- συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης λέξης
- η ιδιαίτερη φυσική κατάσταση του οργανισμού κάθε ανθρώπου
Ισοδύναμα
English
crasis
Παραδείγματα
“σημείωση: στα αρχαία ελληνικά, σημειώνεται με κορωνίδα αντί για ψιλή πάνω από το νέο φωνήεν, ή παραμένει δασεία”
“※ Δυό λέξεις πού ἔπαθαν στ' ἀρχαῖα ἤ ἀργότερα συναλοιφή καί σήμερα ἀποτελοῦν μιά λέξη (κράση) δέν παίρνουν κορωνίδα. Λ.χ. κάν, σάν, καμιά, κάποιος, τουλάχιστο κτλ. μολαταῦτα, μολονότι κτλ. (Δελτίο τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου, τόμος 3, Ἐκπαιδευτικός Ὅμιλος, Ἀθήνα, 1913, σελ. 69)”
“έχει πολύ γερή κράση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.