Meaning of κουλό | Babel Free
/kuˈlo/Ορισμοί
-
το χέρι offensive
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- το πόδι
-
κάτι που μας φαίνεται άτοπο ή περίεργο slang
Παραδείγματα
“Πάρε το κουλό σου απ' την τσέπη μου!”
“εκφράσεις: μάζεψε τα κουλά σου!”
“Μάζεψε το κουλό σου παρακεί να κάτσει και κάνας άλλος!”
“Άρχισε πάλι τα κουλά του...”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.