HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουλό | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/kuˈlo/

Ορισμοί

  1. το χέρι
    offensive
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. το πόδι
  4. κάτι που μας φαίνεται άτοπο ή περίεργο
    slang

Παραδείγματα

“Πάρε το κουλό σου απ' την τσέπη μου!”
“εκφράσεις: μάζεψε τα κουλά σου!”
“Μάζεψε το κουλό σου παρακεί να κάτσει και κάνας άλλος!”
“Άρχισε πάλι τα κουλά του...”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουλό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course