Meaning of κουκιά | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ποώδες μονοετές φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών, του γένους Βίκος (Vicia) που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα κουκιά
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκί accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.