Meaning of κοτσάνα | Babel Free
/koˈt͡sa.na/Ορισμοί
- παλαιότερη (πριν το 1927) ονομασία του χωριού της Ελλάδας Περαία, στην περιοχή της Πέλλας
- βλακεία, χαζομάρα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κοτσανάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κοτσανάς
- συνοικία της πόλης Μονόπολη της Ιταλίας, στη μητροπολιτική περιοχή του Μπάρι
- μεγάλο κοτσάνι
Παραδείγματα
“αμολάω / λέω / πετάω κοτσάνες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.