κορμό
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του κορμός accusative, singular
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“Το πουλί έχτισε τη φωλιά του πάνω στον κορμό του δέντρου.”
The bird built its nest on the trunk of the tree.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free