HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορμοδέματα | Babel Free

Noun CEFR C1
/koɾ.moˈðe.ma.ta/

Ορισμοί

κορμοί δέντρων, κλαδιά και άλλα παρόμοια τα οποία συναρμόζουν μεταξύ τους, ώστε να περιοριστεί η διάβρωση του εδάφους σ’ ένα (καμένο) δάσος

neologism

Παραδείγματα

“※ Για την Παλαγία, η σχετική μελέτη προβλέπει την κατασκευή κορμοδεμάτων συνολικού μήκους 28.744 μέτρων, σε συνολική έκταση 380 στρεμμάτων. Τα κλαδοδέματα θα έχουν συνολικό μήκος 2.293 μέτρων και θα κατασκευαστούν σε έκταση 30 στρεμμάτων.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορμοδέματα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course